Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crusade
01
σταυροφορώ, διεξάγω σταυροφορία
to passionately campaign or fight, often with a religious or moral purpose
Intransitive: to crusade against an idea | to crusade for a purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crusade
γ΄ ενικό πρόσωπο
crusades
ενεστώτα μετοχή
crusading
απλός αόριστος
crusaded
παθητική μετοχή
crusaded
Παραδείγματα
The followers are crusading against social inequalities, striving for change.
Οι ακόλουθοι εκστρατεύουν κατά των κοινωνικών ανισοτήτων, αγωνιζόμενοι για αλλαγή.
Crusade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crusades
Παραδείγματα
The Crusades had significant historical and cultural impacts on the relationships between the Christian West and the Muslim East.
Οι Σταυροφορίες είχαν σημαντικές ιστορικές και πολιτιστικές επιπτώσεις στις σχέσεις μεταξύ του χριστιανικού Δυτικού κόσμου και του μουσουλμανικού Ανατολικού.
1.1
σταυροφορία, εκστρατεία
a series of actions undertaken to promote a principle or achieve a specific goal
Παραδείγματα
The campaign was a moral crusade against corruption.
Η εκστρατεία ήταν μια ηθική σταυροφορία κατά της διαφθοράς.
Λεξικό Δέντρο
crusader
crusade



























