Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crusade
01
σταυροφορώ, διεξάγω σταυροφορία
to passionately campaign or fight, often with a religious or moral purpose
Intransitive: to crusade against an idea | to crusade for a purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crusade
γ΄ ενικό πρόσωπο
crusades
ενεστώτα μετοχή
crusading
απλός αόριστος
crusaded
παθητική μετοχή
crusaded
Παραδείγματα
The religious leader inspired followers to crusade against perceived heresies.
Ο θρησκευτικός ηγέτης ενέπνευσε τους οπαδούς να σταυροφορήσουν κατά των αντιληπτών αιρέσεων.
Crusade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crusades
Παραδείγματα
The First Crusade aimed to capture Jerusalem from Muslim control in the late 11th century.
Η Πρώτη Σταυροφορία είχε ως στόχο την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον μουσουλμανικό έλεγχο στα τέλη του 11ου αιώνα.
1.1
σταυροφορία, εκστρατεία
a series of actions undertaken to promote a principle or achieve a specific goal
Παραδείγματα
She led a crusade for environmental awareness in her city.
Ήγε μια σταυροφορία για την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση στην πόλη της.
Λεξικό Δέντρο
crusader
crusade



























