Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crunch
01
τραγανίζω, μασώ δυνατά
to crush or grind something loudly and noisily with the teeth
Transitive: to crunch food
Παραδείγματα
He crunched the potato chips loudly during the movie.
Τρίζοντας δυνατά τις πατάτες κατά τη διάρκεια της ταινίας.
02
τρίζω, κροταλίζω
to make a loud, grinding sound, usually when something hard is pressed or broken
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
crunches
ενεστώτα μετοχή
crunching
απλός αόριστος
crunched
παθητική μετοχή
crunched
Παραδείγματα
The snow crunched underfoot as they walked through the park.
Το χιόνι τρίζει κάτω από τα πόδια τους καθώς περπατούσαν στο πάρκο.
03
συνθλίβω, τρίβω
to press or crush something with force, making a loud, harsh noise
Transitive: to crunch sth
Παραδείγματα
He crunched the empty can with his hands before tossing it in the trash.
Συνθλίφθηκε το άδειο κουτί με τα χέρια του πριν το πετάξει στα σκουπίδια.
Crunch
01
κράντς, γυμναστική κοιλιάς
an abdominal exercise in which the shoulders and upper back are lifted off the floor while the lower back remains on it
Παραδείγματα
She does fifty crunches every morning to strengthen her abs.
Κάνει πενήντα κράντς κάθε πρωί για να ενισχύσει τους κοιλιακούς της μυς.
02
κρότος, τρίξιμο
the sharp, crisp sound produced when something is crushed under pressure or chewed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crunches
Παραδείγματα
She heard the crunch of leaves underfoot.
Άκουσε τον τρίξιμο των φύλλων κάτω από τα πόδια της.
03
θρύψιμο, συμπίεση
the process or act of pressing, crushing, or compacting something
Παραδείγματα
The machine performs a crunch of metal scraps.
Η μηχανή πραγματοποιεί μια θρυμματισμό μεταλλικών απορριμμάτων.
04
κρίση, δύσκολη κατάσταση
a challenging situation caused by a shortage, such as time, money, or resources, that requires immediate attention or action
Παραδείγματα
The company faced a financial crunch after losing a major client.
Η εταιρεία αντιμετώπισε μια οικονομική κρίση μετά την απώλεια ενός σημαντικού πελάτη.



























