Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cruelty
01
κτηνωδία
a deliberate action or treatment that causes physical or mental pain or suffering in others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cruelties
Παραδείγματα
The cruelty inflicted on the prisoners was later exposed in the media.
Η κτηνωδία που ασκήθηκε στους κρατούμενους αποκαλύφθηκε αργότερα στα μέσα ενημέρωσης.
02
κτηνωδία
the quality of being cruel and causing tension or annoyance
03
κτηνωδία
feelings of extreme heartlessness



























