cruelty
Pronunciation
/ˈkɹuəɫti/, /ˈkɹuɫti/

Ορισμός και σημασία του "cruelty"στα αγγλικά

01

κτηνωδία

a deliberate action or treatment that causes physical or mental pain or suffering in others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cruelties
Παραδείγματα
The cruelty inflicted on the prisoners was later exposed in the media.
Η κτηνωδία που ασκήθηκε στους κρατούμενους αποκαλύφθηκε αργότερα στα μέσα ενημέρωσης.
02

κτηνωδία

the quality of being cruel and causing tension or annoyance
03

κτηνωδία

feelings of extreme heartlessness
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store