crow
crow
krəʊ
krew
snowknowslowbeau

Ορισμός και σημασία του "crow"στα αγγλικά

01

κοράκι, κουρούνα

a large bird with black feathers and a loud unpleasant call 
crow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crows
Παραδείγματα
The crow perched on a tree branch, its glossy black feathers catching the sunlight. 

Ο κόρακας κάθισε σε ένα κλαδί δέντρου, τα γυαλιστερά μαύρα του φτερά πιάνοντας το sunlight.

02

κοκκύρισμα, τραγούδι του κόκορα

the loud, distinctive cry of a rooster, often signaling dawn or alert 
Παραδείγματα
The crow of the rooster woke the entire village. 

Το λάλημα του πετεινού ξύπνησε ολόκληρο το χωριό.

03

καύχημα, αλαζονεία

boastful or triumphant talk 
Παραδείγματα
He let out a crow after winning the chess tournament. 

Έβγαλε ένα κραυγή θριάμβου μετά τη νίκη του στο τουρνουά σκακιού.

04

κρο, γλώσσα κρο

the language spoken by the Crow people who are a Native American group 
Παραδείγματα
The linguist studied the Crow language to preserve its vocabulary. 

Ο γλωσσολόγος μελέτησε τη γλώσσα Κρο για να διατηρήσει το λεξιλόγιό της.

05

Κόρακας, Κόραξ

a small constellation in the southern hemisphere, located near Virgo 
Παραδείγματα
The astronomer pointed out Crow to the students with a telescope. 

Ο αστρονόμος έδειξε τον Κόρακα στους μαθητές με ένα τηλεσκόπιο.

06

Κρο, Κρο (λαός)

a member of the Native American Siouan people historically living in eastern Montana 
Παραδείγματα
Crows were historically known for their bravery. 

Οι Κρόου ήταν ιστορικά γνωστοί για την ανδρεία τους.

to crow
01

καυχιέμαι, επιδεικνύω

to express great pride in one's achievements, success, etc. 
Intransitive: to crow about sth
to crow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crow
γ΄ ενικό πρόσωπο
crows
ενεστώτα μετοχή
crowing
απλός αόριστος
crowed
παθητική μετοχή
crowed
Παραδείγματα
After winning the championship, he couldn't help but crow about the team's victory for days. 

Μετά τη νίκη στο πρωτάθλημα, δεν μπορούσε παρά να καυχηθεί για τη νίκη της ομάδας για μέρες.

02

κελαηδώ, φωνάζω από χαρά

to emit a sound expressing pleasure, triumph, or satisfaction 
Intransitive
Παραδείγματα
After winning the race, he couldn't help but crow with delight. 

Μετά τη νίκη στον αγώνα, δεν μπορούσε παρά να κελάηδήσει από χαρά.

03

λαλώ, κραυγάζω

to emit the distinctive loud cry, characteristic of a rooster 
Intransitive
Παραδείγματα
As the sun began to rise, the rooster crowed, signaling the start of a new day. 

Καθώς ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει, ο πετεινός κόκκισε, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας μέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store