Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crossbar
01
εγκάρσια ράβδος, οριζόντιος δοκός
long thin horizontal crosspiece between two vertical posts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crossbars
02
εγκάρσια ράβδος
game equipment consisting of a horizontal bar to be jumped or vaulted over
03
εγκάρσια ράβδος, οριζόντιος δοκός
a horizontal bar that goes across something



























