cross-examination
cross
krɑ:s
kraas
ex
ɪg
ig
a
mi
na
neɪ
nei
tion
ʃən
shēn
/kɹˈɒsɛɡzˌamɪnˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "cross-examination"στα αγγλικά

Cross-examination
01

αντιπαράσταση, διασταυρούμενη εξέταση

the questioning of a witness by the opposing lawyer in court
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cross-examinations
Παραδείγματα
Judges pay close attention to cross-examination in trials.
Οι δικαστές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στη διασταύρωση στις δίκες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store