cropped
Pronunciation
/ˈkɹɑpt/

Ορισμός και σημασία του "cropped"στα αγγλικά

01

καλλιεργημένος, αγροτικός

(of land or soil) used for growing crops
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

κομμένο, κοντοκόφτη

used to describe clothing, especially pants or tops, that is cut shorter than usual, typically ending above the ankle or waist
Παραδείγματα
Cropped pants are perfect for spring and summer.
Τα κομμένα παντελόνια είναι ιδανικά για την άνοιξη και το καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store