Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cropped
01
καλλιεργημένος, αγροτικός
(of land or soil) used for growing crops
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
κομμένο, κοντοκόφτη
used to describe clothing, especially pants or tops, that is cut shorter than usual, typically ending above the ankle or waist
Παραδείγματα
She wore a pair of cropped jeans and white sneakers.
Φορούσε ένα ζευγάρι κομμένα τζιν και λευκά αθλητικά παπούτσια.
Λεξικό Δέντρο
uncropped
cropped
crop



























