Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crop up
01
εμφανίζομαι, προκύπτω
to appear or arise unexpectedly, often referring to a problem, issue, or situation that was not previously anticipated or planned for
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
crop
ενεστώτας
crop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
crops up
ενεστώτα μετοχή
cropping up
απλός αόριστος
cropped up
παθητική μετοχή
cropped up
Παραδείγματα
Just before the event, technical difficulties cropped up, causing a slight delay in the scheduled program.
Λίγο πριν από την εκδήλωση, προέκυψαν τεχνικές δυσκολίες, προκαλώντας μια μικρή καθυστέρηση στο προγραμματισμένο πρόγραμμα.



























