croon
croon
krun
κρουν
/kɹˈuːn/

Ορισμός και σημασία του "croon"στα αγγλικά

to croon
01

σιγοτραγουδώ, τραγουδώ ένα νανούρισμα

to sing in a soft, gentle, and melodious manner, often with a sentimental or romantic tone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
croon
γ΄ ενικό πρόσωπο
croons
ενεστώτα μετοχή
crooning
απλός αόριστος
crooned
παθητική μετοχή
crooned
Παραδείγματα
The artist crooned into the microphone, adding a personal touch to the song.
Ο καλλιτέχνης τραγουδούσε απαλά στο μικρόφωνο, προσθέτοντας μια προσωπική πινελιά στο τραγούδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store