Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to croon
01
σιγοτραγουδώ, τραγουδώ ένα νανούρισμα
to sing in a soft, gentle, and melodious manner, often with a sentimental or romantic tone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
croon
γ΄ ενικό πρόσωπο
croons
ενεστώτα μετοχή
crooning
απλός αόριστος
crooned
παθητική μετοχή
crooned
Παραδείγματα
The artist crooned into the microphone, adding a personal touch to the song.
Ο καλλιτέχνης τραγουδούσε απαλά στο μικρόφωνο, προσθέτοντας μια προσωπική πινελιά στο τραγούδι.
Λεξικό Δέντρο
crooner
crooning
croon



























