crock pot
crock
krɑ:k
κρακ
pot
pɑ:t
πατ
/kɹˈɒk pˈɒt/

Ορισμός και σημασία του "crock pot"στα αγγλικά

01

ηλεκτρική κατσαρόλα, ηλεκτρικός βραστήρας

an electric cooker that maintains a relatively low temperature
crock pot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crock pots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store