crock pot
crock
krɒk
krok
pot
pɒt
pot

Ορισμός και σημασία του "crock pot"στα αγγλικά

01

ηλεκτρική κατσαρόλα, ηλεκτρικός βραστήρας

an electric cooker that maintains a relatively low temperature 
crock pot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crock pots

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store