Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crock
01
ένα ψέμα, μια παραπλανητική εξήγηση
a story, explanation, or claim that is entirely false or deceptive
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That excuse is a crock.
Αυτή η δικαιολογία είναι ψέμα.
02
στάμνα, πήλινο δοχείο
a deep, cylindrical container, often made of earthenware or ceramic, primarily used for storing and preserving food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crocks
Παραδείγματα
Grandma stored her homemade pickles in a large ceramic crock in the pantry.
Η γιαγιά αποθήκευσε τα σπιτικά της πίκλες σε ένα μεγάλο πήλινο δοχείο στο ντουλάπι.
03
καπνιά, ανθρακόμαυρο
a black colloidal substance consisting wholly or principally of amorphous carbon and used to make pigments and ink
to crock
01
λερώνω με χώμα, κηλίδωνω με λάσπη
soil with or as with crock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crock
γ΄ ενικό πρόσωπο
crocks
ενεστώτα μετοχή
crocking
απλός αόριστος
crocked
παθητική μετοχή
crocked
02
ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα
release color when rubbed, of badly dyed fabric
Λεξικό Δέντρο
crockery
crock



























