to cringe
Pronunciation
/ˈkɹɪndʒ/

Ορισμός και σημασία του "cringe"στα αγγλικά

to cringe
01

συμπτύσσομαι, υποχωρώ

to draw back involuntarily, often in response to fear, pain, embarrassment, or discomfort
Intransitive
to cringe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
cringes
ενεστώτα μετοχή
cringing
απλός αόριστος
cringed
παθητική μετοχή
cringed
Παραδείγματα
Witnessing the accident made bystanders cringe in horror at the impact.
Η θέα του ατυχήματος έκανε τους παρευρισκόμενους να συστέλλονται από τον τρόμο κατά την πρόσκρουση.
02

συμπτύσσομαι, υποκύπτω

to exhibit a submissive or fearful reaction, often bending to authority or intimidation
Intransitive
Παραδείγματα
Political dissidents had to be cautious in their speech, lest they cringe before the authoritarian government's reprisals.
Οι πολιτικοί διαφωνούντες έπρεπε να είναι προσεκτικοί στον λόγο τους, μήπως και σκύψουν μπροστά στις αντιδράσεις της αυταρχικής κυβέρνησης.
01

αμηχανία, cringe

content, actions, or behavior that causes secondhand embarrassment or discomfort
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The comments section is full of cringe.
Το τμήμα σχολίων είναι γεμάτο cringe.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store