Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cringe
01
συμπτύσσομαι, υποχωρώ
to draw back involuntarily, often in response to fear, pain, embarrassment, or discomfort
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
cringes
ενεστώτα μετοχή
cringing
απλός αόριστος
cringed
παθητική μετοχή
cringed
Παραδείγματα
The loud thunder made the dog cringe in fear and seek shelter.
Ο δυνατός κεραυνός έκανε το σκυλί να μαζευτεί από φόβο και να αναζητήσει καταφύγιο.
02
συμπτύσσομαι, υποκύπτω
to exhibit a submissive or fearful reaction, often bending to authority or intimidation
Intransitive
Παραδείγματα
The bullied student would cringe in the presence of his tormentors.
Ο εκφοβιζόμενος μαθητής συνεστέλλετο στην παρουσία των βασανιστών του.
Cringe
01
αμηχανία, cringe
content, actions, or behavior that causes secondhand embarrassment or discomfort
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cringes
Παραδείγματα
That TikTok is pure cringe.
Αυτό το TikTok είναι καθαρό cringe.



























