criminology
cri
ˌkrɪ
kri
mi
mi
no
ˈnɑ
naa
lo
gy
ʤi
ji
/kɹˌɪmɪnˈɒləd‍ʒi/

Ορισμός και σημασία του "criminology"στα αγγλικά

01

εγκληματολογία, μελέτη του εγκλήματος

the study of crimes, criminals, and how crime can be prevented
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

criminologist
criminology
crime
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store