Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Criminology
01
εγκληματολογία, μελέτη του εγκλήματος
the study of crimes, criminals, and how crime can be prevented
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Experts in criminology advised the police on the case.
Ειδικοί στην εγκληματολογία συμβούλευσαν την αστυνομία για την υπόθεση.
Λεξικό Δέντρο
criminologist
criminology
crime



























