Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Criminal record
01
ποινικό μητρώο, εγκληματικό ιστορικό
a legal document that shows a person's history of breaking the law and being punished for it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
criminal records
Παραδείγματα
His criminal record made it difficult for him to find a job after his release from prison.
Το ποινικό του μητρώο του δυσκόλεψε να βρει δουλειά μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή.



























