crime
crime
kraɪm
κραιμ
/kɹˈa‍ɪm/

Ορισμός και σημασία του "crime"στα αγγλικά

01

έγκλημα, αδίκημα

an unlawful act that is punishable by the legal system
crime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crimes
Παραδείγματα
The increase in violent crime has made residents feel unsafe.
Η αύξηση της βίαιης εγκληματικότητας έχει κάνει τους κατοίκους να αισθάνονται ανασφαλείς.
02

έγκλημα, αδίκημα

an act considered morally wrong or evil, regardless of legal consequences
Παραδείγματα
Some acts, though legal, are considered crimes against humanity.
Ορισμένες πράξεις, αν και νόμιμες, θεωρούνται εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
03

αστυνομικό μυθιστόρημα, αστυνομική λογοτεχνία

a genre of fiction focusing on criminal acts, motives, and their detection, often from the perspective of law enforcement or criminals
Παραδείγματα
He wrote a crime thriller that kept readers guessing until the end.
Έγραψε ένα αστυνομικό θρίλερ που κράτησε τους αναγνώστες σε εικασίες μέχρι το τέλος.

Λεξικό Δέντρο

criminal
criminal
criminate
crime
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store