crime
crime
kraɪm
kraim
climechime

Ορισμός και σημασία του "crime"στα αγγλικά

01

έγκλημα, αδίκημα

an unlawful act that is punishable by the legal system 
crime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crimes
Παραδείγματα
The police are investigating the crime that occurred last night. 

Η αστυνομία διερευνά το έγκλημα που συνέβη χθες το βράδυ.

02

έγκλημα, αδίκημα

an act considered morally wrong or evil, regardless of legal consequences 
Παραδείγματα
Destroying ancient artifacts is seen as a cultural crime. 

Η καταστροφή αρχαίων τεχνεργασιών θεωρείται πολιτιστικό έγκλημα.

03

αστυνομικό μυθιστόρημα, αστυνομική λογοτεχνία

a genre of fiction focusing on criminal acts, motives, and their detection, often from the perspective of law enforcement or criminals 
Παραδείγματα
She enjoys reading crime novels set in Victorian London. 

Απολαμβάνει να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στη Βικτωριανή Λονδίνο.

Λεξικό Δέντρο

criminal
criminal
criminate
crime
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store