crew
crew
kru:
kroo
crowcraw

Ορισμός και σημασία του "crew"στα αγγλικά

01

πλήρωμα, προσωπικό πλοίου

all the people who work on a ship, aircraft, etc. 
crew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crews
Παραδείγματα
The ship’s crew prepared for departure early in the morning. 

Το πλήρωμα του πλοίου προετοιμάστηκε για την αναχώρηση νωρίς το πρωί.

02

πλήρωμα, ομάδα

a group of people with particular skill sets who participate in a common activity 
crew definition and meaning
Παραδείγματα
The film crew worked tirelessly to bring the director's vision to life. 

Η ομάδα της ταινίας εργάστηκε ακούραστα για να ζωντανέψει το όραμα του σκηνοθέτη.

03

ομάδα, συμμορία

an informal body of friends 
crew definition and meaning
04

πλήρωμα, ομάδα

the team of men manning a racing shell 
to crew
01

εξυπηρετώ ως μέλος του πληρώματος, είμαι μέρος του πληρώματος

serve as a crew member on 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crew
γ΄ ενικό πρόσωπο
crews
ενεστώτα μετοχή
crewing
απλός αόριστος
crewed
παθητική μετοχή
crewed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store