Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crew
01
πλήρωμα, προσωπικό πλοίου
all the people who work on a ship, aircraft, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crews
Παραδείγματα
The ship’s crew prepared for departure early in the morning.
Το πλήρωμα του πλοίου προετοιμάστηκε για την αναχώρηση νωρίς το πρωί.
Παραδείγματα
The film crew worked tirelessly to bring the director's vision to life.
Η ομάδα της ταινίας εργάστηκε ακούραστα για να ζωντανέψει το όραμα του σκηνοθέτη.
03
ομάδα, συμμορία
an informal body of friends
04
πλήρωμα, ομάδα
the team of men manning a racing shell
to crew
01
εξυπηρετώ ως μέλος του πληρώματος, είμαι μέρος του πληρώματος
serve as a crew member on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crew
γ΄ ενικό πρόσωπο
crews
ενεστώτα μετοχή
crewing
απλός αόριστος
crewed
παθητική μετοχή
crewed



























