Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crevice
01
ρωγμή, σχισμή
a narrow crack or fissure in a surface, often found in rocks, walls, or other solid structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crevices
Παραδείγματα
Hikers should use caution when traversing rocky terrain to avoid slipping into deep crevices.
Οι πεζοπόροι πρέπει να χρησιμοποιούν προσοχή όταν διασχίζουν βραχώδη εδάφη για να αποφύγουν να γλιστρήσουν σε βαθιές ρωγμές.



























