Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cremation
01
καύση, κρεμάσιο
the process of burning a dead body to ashes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The family chose cremation instead of burial.
Η οικογένεια επέλεξε την καύση αντί της ταφής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cremation
cremate



























