creditor
cre
ˈkrɛ
kre
di
di
tor

Ορισμός και σημασία του "creditor"στα αγγλικά

01

πιστωτής, πιστώτρια

someone or an organization that has lent money and expects repayment 
creditor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creditors
Παραδείγματα
The creditor contacted him weekly to check on the status of his loan repayment. 

Ο πιστωτής τον επικοινωνούσε εβδομαδιαία για να ελέγξει την κατάσταση της αποπληρωμής του δανείου του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store