creditor
Pronunciation
/ˈkɹɛdətɝ/, /ˈkɹɛdɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "creditor"στα αγγλικά

01

πιστωτής, πιστώτρια

someone or an organization that has lent money and expects repayment
creditor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creditors
Παραδείγματα
The creditor's patience wore thin when payments were consistently late.
Η υπομονή του πιστωτή εξαντλήθηκε όταν οι πληρωμές ήταν συνεχώς καθυστερημένες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store