Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crayon
01
κηρομπογιά, χρωματιστό μολύβι
a small stick of white or colored wax or chalk, used for writing or drawing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crayons
Παραδείγματα
They used a white crayon to draw on black paper.
Χρησιμοποίησαν ένα λευκό κηρομπογιά για να ζωγραφίσουν σε μαύρο χαρτί.
to crayon
01
χρωματίζω, ζωγραφίζω
to draw or color something using a pencil or stick made of colored wax or chalk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crayon
γ΄ ενικό πρόσωπο
crayons
ενεστώτα μετοχή
crayoning
απλός αόριστος
crayoned
παθητική μετοχή
crayoned



























