crayon
Pronunciation
/ˈkɹeɪˌɑn/

Ορισμός και σημασία του "crayon"στα αγγλικά

01

κηρομπογιά, χρωματιστό μολύβι

a small stick of white or colored wax or chalk, used for writing or drawing
crayon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crayons
Παραδείγματα
They used a white crayon to draw on black paper.
Χρησιμοποίησαν ένα λευκό κηρομπογιά για να ζωγραφίσουν σε μαύρο χαρτί.
to crayon
01

χρωματίζω, ζωγραφίζω

to draw or color something using a pencil or stick made of colored wax or chalk
to crayon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crayon
γ΄ ενικό πρόσωπο
crayons
ενεστώτα μετοχή
crayoning
απλός αόριστος
crayoned
παθητική μετοχή
crayoned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store