Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crawl in
01
προετοιμάζομαι για ύπνο, πάω στο κρεβάτι
prepare for sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
crawl
ενεστώτας
crawl in
γ΄ ενικό πρόσωπο
crawls in
ενεστώτα μετοχή
crawling in
απλός αόριστος
crawled in
παθητική μετοχή
crawled in



























