to crawl in
crawl
krɔ:l
krawl
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "crawl in"στα αγγλικά

to crawl in
01

προετοιμάζομαι για ύπνο, πάω στο κρεβάτι

prepare for sleep 
to crawl in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
crawl
ενεστώτας
crawl in
γ΄ ενικό πρόσωπο
crawls in
ενεστώτα μετοχή
crawling in
απλός αόριστος
crawled in
παθητική μετοχή
crawled in
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store