Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crapulence
01
κραιπάλη, μεθυσμός
the act of drinking alcoholic beverages to excess
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crapulences
Λεξικό Δέντρο
crapulence
crapul



























