Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Craniate
01
κρανιωτό, σπονδυλωτό
animals having a bony or cartilaginous skeleton with a segmented spinal column and a large brain enclosed in a skull or cranium
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
craniates



























