Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crane
01
γερανός, γκρίζος γερανός
a large, long-necked wading bird, typically found in marshes, wetlands, and plains worldwide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cranes
Παραδείγματα
The sandhill crane migrated across the valley.
Ο γερανός των αμμόλοφων μετανάστευσε κατά μήκος της κοιλάδας.
Παραδείγματα
The construction site buzzed with activity as the crane lifted steel beams into place for the new skyscraper.
Ο εργοτάξιο γέμιζε με δραστηριότητα καθώς ο γερανός σήκωνε ατσάλινες δοκούς στη θέση τους για τον νέο ουρανοξύστη.
03
Γερανός, Ο Γερανός
a small southern-hemisphere constellation located near Phoenix
Παραδείγματα
The astronomer located Crane near the constellation Phoenix.
Ο αστρονόμος εντοπίστηκε τον Γερανό κοντά στον αστερισμό Φοίνικα.
to crane
01
τεντώνω, απλώνω
to stretch or extend the neck forward or upward to see more clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
crane
γ΄ ενικό πρόσωπο
cranes
ενεστώτα μετοχή
craning
απλός αόριστος
craned
παθητική μετοχή
craned
Παραδείγματα
She craned her neck to see over the crowd.
Αυτή έτεινε το λαιμό της για να δει πάνω από το πλήθος.



























