craftsmanship
Pronunciation
/ˈkɹæfsmənˌʃɪp/, /ˈkɹæftsmənˌʃɪp/

Ορισμός και σημασία του "craftsmanship"στα αγγλικά

01

τεχνική δεξιοτεχνία, επιδεξιότητα

skill in an occupation or trade
craftsmanship definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

craftsmanship
craftsman
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store