Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cracking
01
ράγισμα, θρύψη
the act of cracking something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crackings
02
κρότος, ρήγμα
a sudden sharp noise
03
θραύση, διασπορά
the process whereby heavy molecules of naphtha or petroleum are broken down into hydrocarbons of lower molecular weight (especially in the oil-refining process)
cracking
01
εξαιρετικός, φανταστικός
very good
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cracking
συγκριτικός βαθμός
more cracking
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
cracking
crack



























