cracking
Pronunciation
/ˈkɹækɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "cracking"στα αγγλικά

01

ράγισμα, θρύψη

the act of cracking something
cracking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crackings
02

κρότος, ρήγμα

a sudden sharp noise
03

θραύση, διασπορά

the process whereby heavy molecules of naphtha or petroleum are broken down into hydrocarbons of lower molecular weight (especially in the oil-refining process)
01

εξαιρετικός, φανταστικός

very good
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cracking
συγκριτικός βαθμός
more cracking
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store