Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crabby
01
γκρινιάρης, ευερέθιστος
quick to express displeasure or anger
Παραδείγματα
The kids were crabby after missing their afternoon nap, fussing over every little thing.
Τα παιδιά ήταν γκρινιάρηδες αφού χάσανε το μεσημεριανό τους υπνάκο, γκρινιάζοντας για κάθε μικρό πράγμα.
Λεξικό Δέντρο
crabbiness
crabby
crab



























