Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cozen
01
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to use deceitful means to trick someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cozen
γ΄ ενικό πρόσωπο
cozens
ενεστώτα μετοχή
cozening
απλός αόριστος
cozened
παθητική μετοχή
cozened
Παραδείγματα
They will cozen their rivals by spreading false rumors to gain a competitive advantage.
Θα εξαπατήσουν τους αντιπάλους τους διαδίδοντας ψευδείς φήμες για να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
02
εξαπατώ, απατώ
to acquire something through trickery
Παραδείγματα
He cozened a rare book from the antique shop.
Αυτός εξαπάτησε ένα σπάνιο βιβλίο από το κατάστημα αρχαιοτήτων.



























