Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cozen
01
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to use deceitful means to trick someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cozen
γ΄ ενικό πρόσωπο
cozens
ενεστώτα μετοχή
cozening
απλός αόριστος
cozened
παθητική μετοχή
cozened
Παραδείγματα
He cozens unsuspecting customers by selling counterfeit goods.
Αυτός εξαπατά τους ανυποψίαστους πελάτες πουλώντας πλαστά αγαθά.
02
εξαπατώ, απατώ
to acquire something through trickery
Παραδείγματα
The thief cozened the jewels from the unsuspecting owner.
Ο κλέφτης εξαπάτησε τα κοσμήματα από τον ανυποψίαστο ιδιοκτήτη.



























