cowpox
cow
ˈkaʊ
kaw
pox
pɒks
poks

Ορισμός και σημασία του "cowpox"στα αγγλικά

01

εμβολιασμός, βδομαδιά

a viral infection in cows that can be transmitted to humans, historically used in developing the smallpox vaccine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cowpoxes
Παραδείγματα
Veterinary care is essential in managing outbreaks of cowpox in cattle. 

Η κτηνιατρική φροντίδα είναι απαραίτητη στη διαχείριση των εκρήξεων της εμφυλίου των βοοειδών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cowpox

cow

+

pox

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store