cow
cow
kaʊ
kaw
yowhowbowtau

Ορισμός και σημασία του "cow"στα αγγλικά

01

αγελάδα, βοοειδή

a large farm animal that we keep to use its milk or its meat 
cow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cows
Παραδείγματα
I learned about different breeds of cows and their characteristics. 

Έμαθα για διαφορετικές ράτσες αγελάδων και τα χαρακτηριστικά τους.

02

αγελάδα

mature female of mammals of which the male is called `bull' 
03

αγελάδα, φάλαινα

a large unpleasant woman 
to cow
01

εκφοβίζω, αναγκάζω

to force obedience onto someone with the use of threats 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cow
γ΄ ενικό πρόσωπο
cows
ενεστώτα μετοχή
cowing
απλός αόριστος
cowed
παθητική μετοχή
cowed
Παραδείγματα
He tried to cow his employees into compliance with threats of job loss. 

Προσπάθησε να εκφοβίσει τους υπαλλήλους του με απειλές απώλειας εργασίας για να τους κάνει να συμμορφωθούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store