Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cows
Παραδείγματα
I learned about different breeds of cows and their characteristics.
Έμαθα για διαφορετικές ράτσες αγελάδων και τα χαρακτηριστικά τους.
02
αγελάδα
mature female of mammals of which the male is called `bull'
03
αγελάδα, φάλαινα
a large unpleasant woman
to cow
01
εκφοβίζω, αναγκάζω
to force obedience onto someone with the use of threats
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cow
γ΄ ενικό πρόσωπο
cows
ενεστώτα μετοχή
cowing
απλός αόριστος
cowed
παθητική μετοχή
cowed
Παραδείγματα
He tried to cow his employees into compliance with threats of job loss.
Προσπάθησε να εκφοβίσει τους υπαλλήλους του με απειλές απώλειας εργασίας για να τους κάνει να συμμορφωθούν.



























