Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cover up
[phrase form: cover]
01
καλύπτω, κρύβω
to prevent something from being discovered or revealed
Transitive: to cover up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
cover
ενεστώτας
cover up
γ΄ ενικό πρόσωπο
covers up
ενεστώτα μετοχή
covering up
απλός αόριστος
covered up
παθητική μετοχή
covered up
Παραδείγματα
The detective suspected an attempt to cover up the crime when certain key details did n't add up in the investigation.
Ο ντετέκτιβ υποψιάστηκε μια προσπάθεια επικάλυψης του εγκλήματος όταν ορισμένες βασικές λεπτομέρειες δεν ταίριαζαν στην έρευνα.



























