Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cover up
01
καλύπτω, κρύβω
to prevent something from being discovered or revealed
Transitive: to cover up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
cover
ενεστώτας
cover up
γ΄ ενικό πρόσωπο
covers up
ενεστώτα μετοχή
covering up
απλός αόριστος
covered up
παθητική μετοχή
covered up
Παραδείγματα
The politician attempted to cover up the scandal by suppressing evidence and silencing witnesses.
Ο πολιτικός προσπάθησε να καλύψει το σκάνδαλο καταστέλλοντας αποδεικτικά στοιχεία και επιβάλλοντας σιγή σε μάρτυρες.



























