covalent bond
Pronunciation
/kˈoʊveɪlənt bˈɑːnd/

Ορισμός και σημασία του "covalent bond"στα αγγλικά

01

ομοιοπολικός δεσμός, κοινοπολικός δεσμός

a chemical bond where atoms share electrons to form a stable molecule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
covalent bonds
Παραδείγματα
The air 's like a molecular community, held together by covalent bonds, forming a breathable atmosphere.
Ο αέρας είναι σαν μια μοριακή κοινότητα, που συγκρατείται από ομοιοπολικούς δεσμούς, σχηματίζοντας μια αναπνεύσιμη ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store