courtroom
court
kɔ:t
κοτ
room
rum
ρουμ
coatroom

Ορισμός και σημασία του "courtroom"στα αγγλικά

01

αίθουσα δικαστηρίου, δικαστήριο

a room in which a lawcourt sits 
courtroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
courtrooms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

courtroom

court

+

room

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store