courtroom
Pronunciation
/ˈkɔɹˌtɹum/

Ορισμός και σημασία του "courtroom"στα αγγλικά

01

αίθουσα δικαστηρίου, δικαστήριο

a room in which a lawcourt sits
courtroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
courtrooms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store