courtier
cour
ˈkɔ:
kaw
tier
tiə
tiē
courier

Ορισμός και σημασία του "courtier"στα αγγλικά

01

αυλικός, άνθρωπος της αυλής

an attendant at the court of a sovereign 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
courtiers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store