courtesy
cour
ˈkɜ:
te
sy
si
si

Ορισμός και σημασία του "courtesy"στα αγγλικά

01

ευγένεια

a display of good manners and polite behavior toward other people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He greeted everyone with courtesy, holding the door open for others. 

Χαιρέτησε όλους με ευγένεια, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή για τους άλλους.

02

ευγένεια, καλοσύνη

a courteous manner 
03

ευγένεια, σεβασμός

a courteous or respectful or considerate remark 
01

ευγενής, δωρεάν

given or offered free of charge as a gesture of goodwill or favor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The repair shop provided courtesy car rentals to customers whose vehicles were undergoing repairs. 

Το συνεργείο επισκευής παρείχε δωρεάν ενοικιάσεις αυτοκινήτων σε πελάτες των οποίων τα οχήματα ήταν υπό επισκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store