court order
court
ˈkɔ:t
kawt
or
ɔ:
aw
der

Ορισμός και σημασία του "court order"στα αγγλικά

01

δικαστική απόφαση, δικαστική εντολή

an order given by a judge or court regarding a case 
court order definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
court orders
Παραδείγματα
The judge issued a court order requiring the company to cease operations until further notice. 

Ο δικαστής εξέδωσε μια δικαστική απόφαση που απαιτεί από την εταιρεία να διακόψει τις εργασίες της μέχρι νεωτέρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store