Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coursework
01
εργασίες μαθήματος, ακαδημαϊκές εργασίες
the assignments, projects, and tasks done by students as part of their course of study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She spent hours completing her coursework for the biology class, including lab reports and research papers.
Πέρασε ώρες ολοκληρώνοντας τις εργασίες του μαθήματος της για το μάθημα βιολογίας, συμπεριλαμβανομένων εργαστηριακών αναφορών και ερευνητικών εργασιών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coursework
course
work



























