coursework
course
ˈkɔ:s
kaws
work
ˌwɜ:k
vēk

Ορισμός και σημασία του "coursework"στα αγγλικά

01

εργασίες μαθήματος, ακαδημαϊκές εργασίες

the assignments, projects, and tasks done by students as part of their course of study 
coursework definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spent hours completing her coursework for the biology class, including lab reports and research papers. 

Πέρασε ώρες ολοκληρώνοντας τις εργασίες του μαθήματος της για το μάθημα βιολογίας, συμπεριλαμβανομένων εργαστηριακών αναφορών και ερευνητικών εργασιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store