coursework
Pronunciation
/ˈkɔɹsˌwɝk/

Ορισμός και σημασία του "coursework"στα αγγλικά

01

εργασίες μαθήματος, ακαδημαϊκές εργασίες

the assignments, projects, and tasks done by students as part of their course of study
coursework definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He struggled to balance his coursework with part-time work and extracurricular activities.
Πάλεψε να ισορροπήσει τις σχολικές του εργασίες με την εργασία μερικής απασχόλησης και τις εξωσχολικές δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store