couplet
coup
ˈkʌp
kap
let
lɪt
lit
caplet

Ορισμός και σημασία του "couplet"στα αγγλικά

01

δίστιχο, ζεύγος

two items of the same kind 
couplet definition and meaning
02

δίστιχο, κουπλέ

two consecutive lines of verse, equal in length that usually rhyme 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
couplets
03

διστίχο, ζεύγος παράλληλων μονόδρομων οδών

a pair of parallel, one-way streets that run in opposite directions to help manage traffic flow in urban areas 
Παραδείγματα
The city's new traffic plan includes a couplet to ease congestion during rush hour. 

Το νέο σχέδιο κυκλοφορίας της πόλης περιλαμβάνει ένα ζεύγος παράλληλων οδών για την ανακούφιση της συμφόρησης κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store