countryside
count
ˈkʌnt
καντ
ry
ri
ρι
side
saɪd
σαιντ
countrywide

Ορισμός και σημασία του "countryside"στα αγγλικά

01

επαρχία, αγροτική περιοχή

the area with farms, fields, and trees, that is outside cities and towns 
countryside definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
They enjoyed taking long walks in the peaceful countryside. 

Απολάμβαναν να κάνουν μεγάλους περίπατους στην ήρεμη επαρχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

countryside

country

+

side

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store