Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Country-dance
01
χορός κάντρι, παραδοσιακός χορός
a lively and communal style of dance, typically performed by couples in groups, featuring energetic movements and often accompanied by folk music
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
country-dances
Παραδείγματα
The festival concluded with a grand country-dance extravaganza, with participants of all ages kicking up their heels in unison.
Το φεστιβάλ ολοκληρώθηκε με μια μεγάλη εξωφρενική παράσταση χορού κάντρι, με συμμετέχοντες όλων των ηλικιών να σηκώνουν τις φτέρνες τους σε ρυθμό.
to country-dance
01
χορεύω ένα κοντραντάνς, εκτελώ ένα κοντραντάνς
perform a contradance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
country-dance
γ΄ ενικό πρόσωπο
country-dances
ενεστώτα μετοχή
country-dancing
απλός αόριστος
country-danced
παθητική μετοχή
country-danced



























