Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
countless
01
αμέτρητος, αριθμητός
so numerous that it cannot be easily counted or quantified
Παραδείγματα
The forest stretched on for miles with countless trees.
Το δάσος εκτεινόταν για μίλια με αμέτρητα δέντρα.
Λεξικό Δέντρο
countlessness
countless
count



























