Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airport
01
αεροδρόμιο, αερολιμένας
a large place where planes take off and land, with buildings and facilities for passengers to wait for their flights
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airports
Παραδείγματα
She arrived at the airport two hours before her flight.
Έφτασε στο αεροδρόμιο δύο ώρες πριν από την πτήση της.
Λεξικό Δέντρο
airport
air
port



























