Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Countertop
01
πλάκα κουζίνας, επιφάνεια εργασίας κουζίνας
a surface in a kitchen that is flat and on which food is prepared
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
countertops



























