counterterrorist
coun
ˈkaʊn
kawn
ter
tə
tē
te
ˌtɛ
te
rro
rə
rē
rist
rɪst
rist
terrorist

Ορισμός και σημασία του "counterterrorist"στα αγγλικά

counterterrorist
01

αντιτρομοκρατικός, αντιτρομοκρατικό

intended to prevent or fight terrorism 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
security, military, politics
Παραδείγματα
They joined a counterterrorist team. 

Προσχώρησαν σε μια ομάδα αντιτρομοκρατίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store