Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterclaim
01
αντίδοση, αντίθετη αξίωση
a response in court, stating an opposing demand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterclaims
to counterclaim
01
ασκώ αντίδικη αγωγή, θέτω αντίθετο αξίωμα
set up a claim in opposition to a previous claim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterclaims
ενεστώτα μετοχή
counterclaiming
απλός αόριστος
counterclaimed
παθητική μετοχή
counterclaimed



























