counterclaim
coun
ˈkaʊn
καουν
ter
tər
ταρ
claim
ˌkleɪm
κλειμ
/kˈa‍ʊntəklˌe‍ɪm/

Ορισμός και σημασία του "counterclaim"στα αγγλικά

01

αντίδοση, αντίθετη αξίωση

a response in court, stating an opposing demand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterclaims
to counterclaim
01

ασκώ αντίδικη αγωγή, θέτω αντίθετο αξίωμα

set up a claim in opposition to a previous claim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterclaim
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterclaims
ενεστώτα μετοχή
counterclaiming
απλός αόριστος
counterclaimed
παθητική μετοχή
counterclaimed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store