countercharge
coun
ˈkaʊn
kawn
ter
charge
ˌʧɑ:ʤ
chaaj
counterchange

Ορισμός και σημασία του "countercharge"στα αγγλικά

01

αντεπίθεση, απάντηση

the act of attacking the enemy back 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
countercharges
02

αντεγκλήματα, αντίθετη κατηγορία

an accusation that one makes in response to being accused 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store