Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Countercharge
01
αντεπίθεση, απάντηση
the act of attacking the enemy back
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
countercharges
02
αντεγκλήματα, αντίθετη κατηγορία
an accusation that one makes in response to being accused
LanGeek



























