Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterattack
01
αντεπίθεση, αντίποινα
an attack made in response to someone else's attack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterattacks
Παραδείγματα
The army launched a counterattack to regain lost ground.
Ο στρατός εξαπέλυσε μια αντεπίθεση για να ανακτήσει χαμένο έδαφος.
02
αντεπίθεση
(chess) an attack that is intended to counter the opponent's advantage in another part of the board
to counterattack
01
αντεπιτίθεμαι, ανταπαντώ
to make an attack in response to someone else's attack
Intransitive
Transitive: to counterattack sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterattack
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterattacks
ενεστώτα μετοχή
counterattacking
απλός αόριστος
counterattacked
παθητική μετοχή
counterattacked
Παραδείγματα
Faced with unexpected aggression, the team quickly counterattacked.
Αντιμέτωποι με απροσδόκητη επιθετικότητα, η ομάδα γρήγορα αντεπιτέθηκε.



























